Σύγκρουση ΕΚΤ-Βερολίνου για την Commerzbank

A surgical gap in the single market renders the union's headquarters unreachable.
Σύνθεση εικόνας · tobriefΗ παρέμβαση του αντιπροέδρου της ΕΚΤ έβαλε δημόσια το δάχτυλο σε μια ευρωπαϊκή αντίφαση που συνήθως μένει πίσω από κλειστές πόρτες. Ο Λουίς ντε Γκίντος, σε συνέντευξή του στους Financial Times, είπε ότι είναι «πολύ δύσκολο για τις κυβερνήσεις να ισχυρίζονται πως στηρίζουν την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και στη συνέχεια να λένε: “όχι, είμαστε αντίθετοι σε αυτή τη συγκεκριμένη συναλλαγή”». Η συναλλαγή είναι η πρόταση της UniCredit για την Commerzbank. Η κυβέρνηση είναι η γερμανική. Και ένας κορυφαίος ευρωπαϊκός θεσμός κατηγορεί, επί της ουσίας, το μεγαλύτερο κράτος-μέλος της ΕΕ ότι θέλει ενιαία αγορά μόνο όταν δεν αφορά τις δικές του τράπεζες.
Η UniCredit ελέγχει ήδη 38,87% της Commerzbank μέσω συνδυασμού άμεσων μετοχών, swaps και παραγώγων (Corriere della Sera, Ad Hoc News). Στις 18 Μαΐου, το διοικητικό συμβούλιο της Commerzbank απέρριψε την πρόταση ανταλλαγής μετοχών, χαρακτηρίζοντάς την χαμηλή και ασαφή. Η γερμανική κυβέρνηση, που διατηρεί μειοψηφικό ποσοστό καταστατικού μπλοκαρίσματος 12%, αναζητεί κάθε διαθέσιμο μέσο για να σταματήσει τη συμφωνία. Η δημόσια πρόταση μένει ανοικτή έως τις 16 Ιουνίου.
Η σύγκρουση δείχνει το βασικό πρόβλημα της τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρώπη: όλες οι πρωτεύουσες τη στηρίζουν θεωρητικά, αλλά σχεδόν καμία δεν θέλει να τη δει να εφαρμόζεται στη δική της αγορά.
Το Βερολίνο δεν βρίσκει νομικό μοχλό
Η Γερμανία δεν έχει καθαρή αρμοδιότητα να μπλοκάρει τη συμφωνία. Από το 2014, η ΕΚΤ, ως άμεσος επόπτης των τραπεζών της ευρωζώνης, έχει αναλάβει τον κρίσιμο ρόλο που παλαιότερα είχαν οι εθνικές αρχές. Οι γερμανικές αρχές ανταγωνισμού αποτελούν το τελευταίο τυπικό εμπόδιο, αλλά η συναλλαγή δεν φαίνεται, με τα σημερινά δεδομένα, να παραβιάζει προφανώς τα όρια συγκέντρωσης.
Η κυβέρνηση εξέτασε το ενδεχόμενο να αγοράσει μεγαλύτερο ποσοστό μέσω της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας, με κόστος περίπου 5 δισ. ευρώ. Το υπουργείο Οικονομικών διέψευσε το σχέδιο. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία πιέζει τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να ενεργοποιήσει τη νομοθεσία ελέγχου ξένων επενδύσεων και να χαρακτηρίσει την Commerzbank στρατηγική υποδομή. Αυτή η οδός είναι συνταγματικά ευάλωτη και σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλούσε αντίδραση από την ΕΕ. Η Ισπανία αντιμετωπίζει ήδη διαδικασία επί παραβάσει, αφού η Μαδρίτη επέβαλε περιορισμούς στη συγχώνευση των εγχώριων τραπεζών BBVA και Sabadell (Ainvest).
Ποιος κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του
Η Commerzbank εξυπηρετεί περίπου 24.000 ομίλους εταιρικών πελατών και διαχειρίζεται 30% του γερμανικού εξωτερικού εμπορίου. Το συνδικάτο ver.di εκτιμά ότι μπορεί να χαθούν έως 15.000 θέσεις εργασίας, κυρίως στη Φρανκφούρτη και το Μόναχο. Σύμφωνα με το συμβούλιο εργαζομένων, ο αριθμός θα μπορούσε να φθάσει τις 23.000. Η UniCredit δεν έχει δώσει δημόσιες δεσμεύσεις για την απασχόληση.
Υπάρχει, πάντως, προηγούμενο. Όταν η UniCredit αγόρασε τη HypoVereinsbank το 2005, περιέκοψε περίπου 9.000 θέσεις εργασίας, αλλά διατήρησε το εμπορικό σήμα και συνέχισε τη χρηματοδότηση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων μέσα από αυτόνομη γερμανική μονάδα. Η αποχώρηση από την τοπική αγορά, που τότε φοβούνταν πολλοί, δεν συνέβη. Η Commerzbank, όμως, είναι πολύ βαθύτερα ενσωματωμένη στη γερμανική οικονομική υποδομή, και γι’ αυτό τα συνδικάτα αντιδρούν τώρα εντονότερα.
Πέρα από τη Γερμανία, η συναλλαγή αγγίζει και την Πολωνία, όπου η Commerzbank κατέχει 69,1% της mBank, της πέμπτης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας (Pb.pl). Η UniCredit έχει ήδη παρουσία εκεί, άρα οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να εξετάσουν τη συγκέντρωση που θα προκύψει.
Κάθε πρωτεύουσα προστατεύει τις δικές της τράπεζες
Στην Ευρώπη, σχεδόν κάθε χώρα προστατεύει τις τράπεζές της ενώ δηλώνει πίστη στην ανοικτή αγορά. Η Γαλλία πρόσφατα ενίσχυσε τις εξουσίες της ρυθμιστικής αρχής της για να μπλοκάρει τραπεζικές εξαγορές και συγχωνεύσεις, την ίδια στιγμή που υποστηρίζει την ευρωπαϊκή ένωση κεφαλαιαγορών. Η Le Monde χαρακτηρίζει όλο το σχέδιο ενοποίησης «Αρλεζιάνα», δηλαδή κάτι που διαρκώς υπόσχεται η Ευρώπη αλλά δεν παραδίδει ποτέ.
Το κόστος αυτού του κατακερματισμού είναι μετρήσιμο. Οι 25 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες μαζί αξίζουν περίπου όσο οι τέσσερις μεγαλύτερες αμερικανικές. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι η πράσινη μετάβαση απαιτεί 1,2 τρισ. ευρώ χρηματοδότησης ετησίως έως το 2030. Καμία ευρωπαϊκή τράπεζα, περιορισμένη ουσιαστικά στην εγχώρια αγορά της, δεν μπορεί να σηκώσει τέτοια κλίμακα χρηματοδότησης μόνη της. Όπως είπε ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης: «Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές, όχι εθνικούς πρωταθλητές.»
Οι θεσμικοί διαχειριστές κεφαλαίων θα αποφασίσουν έως τις 16 Ιουνίου αν θα προσφέρουν τις μετοχές τους. Το μήνυμα που θα στείλει η Γερμανία θα κρίνει αν η επόμενη διασυνοριακή τραπεζική συμφωνία στην Ευρώπη θα επιχειρηθεί καν.
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- claude-opus-4-6
- Δημιουργήθηκε:
- 5/19/2026, 2:38:29 PM
- Εκτέλεση pipeline:
- eu_pipeline_20260519_121239
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση