Η EPA καταργεί τα όρια άνθρακα

Washington removes the limits as the heat keeps rising.
Σύνθεση εικόνας · tobriefΗ Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ υπέγραψε στις 14 Σεπτεμβρίου τον τελικό κανονισμό με τον οποίο καταργούνται οι περισσότερες προδιαγραφές που είχε θεσπίσει το 2024 η κυβέρνηση Μπάιντεν για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Η απόφαση αίρει τα όρια εκπομπών για τις υφιστάμενες μονάδες άνθρακα και τις νέες μονάδες φυσικού αερίου, τα οποία στηρίζονταν στη χρήση τεχνολογιών δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα (EPA, Sidley).
Μια χωριστή πρόταση, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, προβλέπει την κατάργηση και των υπόλοιπων προδιαγραφών, καθώς και την ανάκληση της νομικής διαπίστωσης της Υπηρεσίας ότι οι εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής συμβάλλουν σε επικίνδυνη ατμοσφαιρική ρύπανση (Sidley). Η διαπίστωση αυτή αποτελεί τη νομική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε εξαρχής η ρύθμιση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τις μονάδες παραγωγής. Η ανάκλησή της δεν θα καταργούσε τον νόμο για την καθαρή ατμόσφαιρα ούτε θα εμπόδιζε μια μελλοντική κυβέρνηση να επαναφέρει τους περιορισμούς, θα υποχρέωνε όμως τη διάδοχη διοίκηση να θεμελιώσει από την αρχή τη νομική αιτιολόγηση της παρέμβασης.
Τι έχει οριστικοποιηθεί και τι εκκρεμεί
Η υπογεγραμμένη κατάργηση θα τεθεί σε ισχύ όταν δημοσιευθεί στο Federal Register, το επίσημο μητρώο κανονιστικών πράξεων της αμερικανικής κυβέρνησης, όπου έως τις 15 Σεπτεμβρίου δεν είχε ακόμη αναρτηθεί. Μετά την έναρξη ισχύος της, γενικοί εισαγγελείς Πολιτειών και περιβαλλοντικές οργανώσεις θα μπορούν να την προσβάλουν δικαστικά, ενώ μια επόμενη κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να προτείνει νέους κανόνες.
Για την ευρύτερη πρόταση δεν έχει οριστεί ημερομηνία ολοκλήρωσης. Προτού λάβει τελική απόφαση, η Υπηρεσία οφείλει να τη θέσει σε δημόσια διαβούλευση, διαδικασία που συνήθως διαρκεί μήνες.
Η Υπηρεσία υποστηρίζει ότι η κατάργηση των κανόνων θα εξοικονομήσει 300 δισ. δολάρια (EPA). Στην προηγούμενη πρότασή της, ωστόσο, η ίδια είχε υπολογίσει την εξοικονόμηση σε περίπου 19 δισ. δολάρια, σε σημερινές τιμές και με προεξοφλητικό επιτόκιο 3% (Federal Register), χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εξηγήσει τη μεγάλη απόκλιση. Ως προς το περιβαλλοντικό κόστος, τα μοντέλα της προβλέπουν ότι το 2035 οι ετήσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα είναι αυξημένες κατά 123 εκατ. τόνους σε σύγκριση με το σενάριο διατήρησης των κανόνων (regulations.gov). Πρόκειται για πρόσθετες εκπομπές ανά έτος και όχι για το σωρευτικό σύνολο μιας δεκαετίας.
Η έκθεση της Ευρώπης είναι υπαρκτή, αλλά προϋπήρχε
Η αμερικανική απόφαση διευρύνει ένα ήδη διαμορφωμένο ρυθμιστικό χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, καθώς η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει πολύ ακριβότερα το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο από τους ανταγωνιστές της στις ΗΠΑ. Η έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα αποδίδει τη διαφορά στην απώλεια του φθηνού ρωσικού αερίου μέσω αγωγών, στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ, μέσω του οποίου οι επιχειρήσεις πληρώνουν για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν, και στο υψηλότερο κόστος των δικτύων. Το Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντιμετωπίζει αυτές τις διαρθρωτικά υψηλές τιμές ως τον πυρήνα του προβλήματος ανταγωνιστικότητας.
Οι κανόνες που καταργήθηκαν αφορούσαν επενδύσεις τις οποίες οι αμερικανικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα έπρεπε να πραγματοποιήσουν σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού οι προθεσμίες συμμόρφωσης έφθαναν στη δεκαετία του 2030. Μέχρι σήμερα, καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση, κλαδική ένωση ή ερευνητικό ινστιτούτο δεν έχει υπολογίσει συγκεκριμένη επίπτωση της απόφασης στις τιμές, στην παραγωγή ή στις επενδύσεις.
Μεγαλύτερη έκθεση σε ένα ενδεχόμενο αμερικανικό πλεονέκτημα κόστους έχουν οι παραγωγοί βασικών χημικών προϊόντων και λιπασμάτων, επειδή χρησιμοποιούν το φυσικό αέριο τόσο ως πηγή ενέργειας όσο και ως πρώτη ύλη. Οι ισπανικές χημικές βιομηχανίες επιβαρύνονται ήδη με κόστος φυσικού αερίου πολλαπλάσιο των αντίστοιχων τιμών αναφοράς στις ΗΠΑ (FEIQUE).
Ο ΜΣΠΑ καλύπτει τις εισαγωγές, όχι τις εξαγωγές
Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της ΕΕ, ο οποίος επιβαρύνει τους εισαγωγείς ανάλογα με τον άνθρακα που ενσωματώνεται στο τσιμέντο, στον χάλυβα, στο αλουμίνιο, στα λιπάσματα, στο υδρογόνο και στην ηλεκτρική ενέργεια, σημαίνει ότι ένα αμερικανικό προϊόν με υψηλότερες εκπομπές θα υπόκειται σε μεγαλύτερη επιβάρυνση κατά την είσοδό του στην ευρωπαϊκή αγορά (Commission CBAM, CBAM Regulation). Ο μηχανισμός προστατεύει επομένως την εσωτερική αγορά της ΕΕ, αλλά δεν βοηθά τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις όταν ανταγωνίζονται αμερικανικές εταιρείες στις ΗΠΑ ή σε τρίτες χώρες. Επιπλέον, συνυπολογίζει την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ορισμένων μόνο από τα καλυπτόμενα αγαθά και δεν περιλαμβάνει καθόλου τα χημικά προϊόντα.
Η απόφαση της Ουάσιγκτον δεν μεταβάλλει τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο, ο οποίος δεσμεύει την ΕΕ να μειώσει τις καθαρές εκπομπές της κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 και να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Μπορεί να ενισχύσει την πίεση στους ευρωπαϊκούς ενεργοβόρους εξαγωγικούς κλάδους, οι οποίοι βρίσκονταν ήδη σε μειονεκτική θέση ως προς το κόστος, δεν υπάρχουν όμως ακόμη στοιχεία που να δείχνουν ένα νέο και μετρήσιμο πλήγμα στις τιμές ή στις επενδύσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις μπορούν να περιορίσουν το ενεργειακό χάσμα επιταχύνοντας τις αδειοδοτήσεις και τις επενδύσεις στα δίκτυα· μια επιλογή που βρίσκεται στα δικά τους χέρια και είχε τεθεί πολύ πριν από την απόφαση της αμερικανικής Υπηρεσίας την περασμένη εβδομάδα.
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- claude-opus-4-6
- Δημιουργήθηκε:
- 9/16/2026, 1:42:12 AM
- Εκτέλεση pipeline:
- eu_pipeline_20260916_005006
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση