Τρύπα ανάπτυξης 0.5 μονάδων στον γαλλικό προϋπολογισμό

France’s weakening households leave the machinery of consumption standing empty.
Σύνθεση εικόνας · tobriefΗ οικονομική θέση των γαλλικών νοικοκυριών επιδεινώθηκε το δεύτερο τρίμηνο, καθώς η αγοραστική δύναμη ανά μονάδα κατανάλωσης —δηλαδή όσα μπορεί πράγματι να αγοράσει ένα τυπικό νοικοκυριό μετά τους φόρους και τον πληθωρισμό— μειώθηκε κατά 0,6 τοις εκατό, σύμφωνα με τους αναθεωρημένους εθνικούς λογαριασμούς της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας INSEE (λογαριασμοί δεύτερου τριμήνου της INSEE). Παράλληλα, η INSEE περιόρισε σχεδόν στο μισό την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2026, από 0,7 τοις εκατό σε 0,4 τοις εκατό (επισκόπηση Σεπτεμβρίου της INSEE, προβλέψεις Ιουνίου της INSEE). Η κυβέρνηση, όμως, κατάρτισε τον προϋπολογισμό με παραδοχή ανάπτυξης 0,9 τοις εκατό (γαλλικό υπουργείο Οικονομικών), με αποτέλεσμα η απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην πραγματική πορεία της οικονομίας να είναι ήδη αρκετή ώστε να δημιουργήσει σημαντικό δημοσιονομικό κενό.
Λιγότερες θέσεις εργασίας, χαμηλότερη κατανάλωση και μικρότερα φορολογικά έσοδα
Η υποβάθμιση της πρόβλεψης στηρίζεται σε χειρότερα πραγματικά στοιχεία και όχι απλώς σε πιο απαισιόδοξη εκτίμηση. Τα αναθεωρημένα τριμηνιαία δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Αυγούστου έδειξαν συρρίκνωση της οικονομίας κατά 0,2 τοις εκατό το πρώτο τρίμηνο και μηδενική ανάπτυξη το δεύτερο, επιδόσεις κατώτερες από εκείνες που είχε υπολογίσει η INSEE τον Ιούνιο (λογαριασμοί δεύτερου τριμήνου της INSEE). Έτσι, η Γαλλία μπήκε στο φθινόπωρο χωρίς ουσιαστική αναπτυξιακή δυναμική.
Οι εντονότερες συνέπειες γίνονται ορατές στην αγορά εργασίας. Η INSEE προβλέπει ότι το 2026 θα χαθούν 52.000 μισθωτές θέσεις εργασίας, έπειτα από απώλεια 48.000 θέσεων το 2025, ενώ η ανεργία, η οποία βρισκόταν στο 8,1 τοις εκατό το πρώτο τρίμηνο, αναμένεται να φθάσει στο 8,6 τοις εκατό έως το τέλος του έτους (έκθεση Σεπτεμβρίου της INSEE). Η απώλεια μιας θέσης εργασίας, αλλά και ο φόβος ότι μπορεί να ακολουθήσει, περιορίζουν την κατανάλωση. Το ποσοστό αποταμίευσης των γαλλικών νοικοκυριών βρίσκεται ήδη κοντά στο 17,6 τοις εκατό (πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Γαλλία), ένδειξη ότι οι οικογένειες προτιμούν να διατηρούν διαθέσιμα αντί να τα διοχετεύουν στην οικονομία.
Η χαμηλότερη κατανάλωση περιορίζει τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος, τον ΦΠΑ και τη φορολογία των επιχειρήσεων, ενώ η άνοδος της ανεργίας αυξάνει παράλληλα τις δαπάνες για επιδόματα. Και οι δύο πλευρές της εξίσωσης διευρύνουν το έλλειμμα σε μια ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία: η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, δηλαδή υπό την επίσημη ευρωπαϊκή εποπτεία που την υποχρεώνει να μειώσει το έλλειμμα κάτω από το 3 τοις εκατό του ΑΕΠ έως το 2029, ενώ σήμερα αυτό κινείται κοντά στο 5 τοις εκατό (απόφαση του Συμβουλίου για τη δημοσιονομική πορεία, πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Γαλλία).
Το κόστος δανεισμού στενεύει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια
Η ΕΚΤ, η οποία καθορίζει τα επιτόκια για τις 20 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ, τα αύξησε κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες στις 10 Σεπτεμβρίου (απόφαση της ΕΚΤ). Η αύξηση δεν μεταφέρεται αμέσως στο σύνολο του γαλλικού χρέους, επειδή τα κρατικά ομόλογα έχουν μέση διάρκεια περίπου οκτώ ετών (γαλλικός οργανισμός διαχείρισης χρέους). Η επιβάρυνση περνά σταδιακά στον προϋπολογισμό, κάθε φορά που ένα ομόλογο λήγει και αντικαθίσταται από νέο με υψηλότερο επιτόκιο. Η τάση, πάντως, είναι σαφής: η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει ανέβει πάνω από τα επίπεδα στα οποία αναχρηματοδοτούνται σήμερα η Ισπανία και η Ιταλία (στατιστικά της ΕΚΤ για τα κρατικά ομόλογα, To Brief).
Οι περισσότεροι Γάλλοι δανειολήπτες έχουν στεγαστικά δάνεια μακράς διάρκειας με σταθερό επιτόκιο και, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Γαλλίας για τις νέες χορηγήσεις, δεν υφίστανται σήμερα άμεση επιβάρυνση (έρευνα της Τράπεζας της Γαλλίας για τη χρηματοδότηση). Η πίεση εμφανίζεται πρώτα στους νέους αγοραστές ακινήτων, στις μικρές επιχειρήσεις που αναχρηματοδοτούν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου και στο ίδιο το γαλλικό Δημόσιο.
Η Γερμανία προσφέρει την καθαρότερη σύγκριση. Αν και η ανάπτυξή της είναι επίσης ασθενής, πιθανώς γύρω στο 0,5 τοις εκατό, το Βερολίνο διαθέτει αρκετό δημοσιονομικό χώρο ώστε να χρηματοδοτήσει μεγάλες δαπάνες για υποδομές και άμυνα, οι οποίες, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας, θα μπορούσαν να προσθέσουν 1,3 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη έως το 2028 (πρόβλεψη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας). Η Γαλλία δεν διαθέτει αντίστοιχη δυνατότητα, καθώς το έλλειμμά της είναι ήδη υπερβολικά υψηλό για ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής τόνωσης και οι ευρωπαϊκοί κανόνες επιβάλλουν την εξυγίανσή του.
Το Παρίσι καλείται επομένως να αποφασίσει τόσο τη σύνθεση όσο και τον χρόνο εφαρμογής των δημοσιονομικών μέτρων. Απότομες περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων, ενώ η οικονομία μετά βίας αναπτύσσεται, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν τη φορολογική βάση από την οποία εξαρτάται ο προϋπολογισμός. Η καθυστέρηση, όμως, χωρίς ένα σχέδιο που θα προσδιορίζει συγκεκριμένες περικοπές ή πρόσθετα έσοδα και θα βασίζεται σε ρεαλιστική πρόβλεψη ανάπτυξης, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος δανεισμού, εφόσον οι επενδυτές αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του. Με ανάπτυξη 0,4 τοις εκατό, η Γαλλία δεν μπορεί να ακολουθήσει ανώδυνα τη δημοσιονομική πορεία που έχει συμφωνήσει με την ΕΕ. Το πόσο από το κόστος της προσαρμογής θα επωμιστούν τα νοικοκυριά και η απασχόληση θα κριθεί από αποφάσεις που το Παρίσι δεν έχει ακόμη ανακοινώσει, ενώ η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να περιορίσει την πίεση —η υποχώρηση του κόστους δανεισμού— δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχό του.
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- claude-opus-4-6
- Δημιουργήθηκε:
- 9/11/2026, 1:46:33 AM
- Εκτέλεση pipeline:
- eu_pipeline_20260911_005007
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση